Σελίδες

▼
▼
▼

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

The Quietest Revolution Is to Be Present.

 



There is a moment that does not feel like a revelation.

There is no light, no miracle, nothing impressive.
It is a quiet discomfort.
As if something inside you whispers:
“This is not life. This is a performance.”


You see people laughing, talking, falling in love, getting angry, selling an image, selling themselves, selling opinions.
And something doesn’t fit.
Not because they are fake,
but because they seem absent from what they are doing.


As if they are playing a role they learned as children.
And they played it so long that they confused it with who they are.
That is where the first crack is born.
Not from philosophy.
From disgust.
From exhaustion.


From the feeling that you are participating in a play you never chose.
And then you begin to ask:
What am I?
Who am I without what I show?
What remains if I remove the image, the need to be liked, to belong, to be validated?
What remains if I silence the noise?
The answers do not come.


And at first, that is frightening.
Because the mind has learned to live only when it has explanations.
When it doesn’t, it panics.
It feels as if it is losing ground.
And in truth… it is losing the illusion of control.
Somewhere there you realize something harsh:
You are not searching for truth.


You are searching for safety.
For a story to lean on.
For a certainty to hold you.
For a “this is how things are” so you won’t get lost.
But existence signs no contracts.
It guarantees nothing.
It owes you no explanations.
And then the real collapse begins.


The theories collapse.
The spiritual labels collapse.
The roles of “I know,” “I understand,” “I am ahead” collapse.
Only one naked thing remains:
“I don’t know.”
And this “I don’t know” is not weakness.


It is the first real contact with existence.
Because until then, everything was interpretation.
Now, experience begins.
When you start removing instead of adding, something shifts radically.
You no longer search for answers.


You search for clarity.
You no longer care what the universe is.
You care whether you are present within it.
You no longer care if there is something after death.
You care whether you are alive before it.
And then you see the world differently.
You see that people are not bad.


They are lost in the need to be “something.”
To have a role.
To have value that can be measured.
To be useful to the system.
And the system is not a monster outside of them.
It is the sum of their fears.


Whoever stops playing
appears as a threat.
Not because they attack,
but because they no longer participate.
Presence does not fight.
It dissolves silently.
Because it does not feed the lie.
And here comes the hardest part:
Presence isolates.
Not by choice.
By incompatibility.


When you don’t need a role,
the world doesn’t know where to place you.
When you don’t sell an image,
you don’t fit in the market.
When you don’t claim superiority,
you are not understood.
And this hurts.
Not because you are alone.


But because you see how alone everyone else is.
There the last myth breaks:
That spiritual awakening is sweet.
It is not.
It is raw.
Dry.
Stripping.
It takes away all the lies that were holding you upright.
And then it leaves you to stand without them.
Not as a superior human being.


But as a real one.
With no goal to save the world.
With no mission.
With no label.
Just present.
And that is revolutionary in a world that lives only through roles.


Because whoever is present
is not easily manipulated.
Is not for sale.
Does not fear the absence of meaning.
Lives without a narrative.
And that is what the system cannot endure.
Not because you fight it.
But because you no longer need it.

Η πιο ήσυχη επανάσταση είναι να είσαι παρών.




Υπάρχει μια στιγμή που δεν μοιάζει με αποκάλυψη.

Δεν έχει φως, δεν έχει θαύμα, δεν έχει τίποτα εντυπωσιακό.
Είναι μια ήσυχη ενόχληση.


Σαν κάτι μέσα σου να ψιθυρίζει: «Αυτό που ζεις δεν είναι ζωή. Είναι αναπαράσταση.»
Βλέπεις ανθρώπους να γελούν, να μιλούν, να ερωτεύονται, να θυμώνουν, να πουλάνε εικόνα, να πουλάνε εαυτό, να πουλάνε άποψη.
Και κάτι δεν κουμπώνει.


Όχι επειδή είναι ψεύτικοι.
Αλλά επειδή μοιάζουν απόντες από αυτό που κάνουν.
Σαν να παίζουν έναν ρόλο που έμαθαν από μικροί.
Και τόσο πολύ τον έπαιξαν, τον μπέρδεψαν με την ταυτότητά τους.
Εκεί γεννιέται η πρώτη ρωγμή.


Όχι από φιλοσοφία.
Από αηδία.
Από κούραση.


Από το αίσθημα ότι συμμετέχεις σε ένα θέατρο που δεν διάλεξες.
Και τότε αρχίζεις να ρωτάς: Τι είμαι;
Ποιος είμαι χωρίς αυτά που δείχνω;
Τι μένει αν αφαιρέσω την εικόνα, την ανάγκη να αρέσω, να ανήκω, να επιβεβαιώνομαι;
Τι μένει αν σβήσω τον θόρυβο;


Οι απαντήσεις δεν έρχονται.
Και αυτό στην αρχή τρομάζει.
Γιατί ο εγκέφαλος έχει μάθει να ζει μόνο όταν έχει εξηγήσεις.
Όταν δεν έχει, πανικοβάλλεται.


Νιώθει ότι χάνει έδαφος.
Και στην πραγματικότητα… χάνει την ψευδαίσθηση ελέγχου.
Κάπου εκεί καταλαβαίνεις κάτι σκληρό:
Δεν ψάχνεις την αλήθεια.
Ψάχνεις ασφάλεια.
Ψάχνεις ένα αφήγημα να ακουμπήσεις.


Μια βεβαιότητα να σε κρατήσει.
Ένα «έτσι είναι τα πράγματα» για να μην χαθείς.
Αλλά η ύπαρξη δεν υπογράφει συμβόλαια.
Δεν εγγυάται τίποτα.
Δεν σου χρωστά εξηγήσεις.
Και τότε αρχίζει η πραγματική κατάρρευση.
Καταρρέουν οι θεωρίες.


Καταρρέουν οι πνευματικές ταμπέλες.
Καταρρέουν οι ρόλοι του «ξέρω», του «κατάλαβα», του «είμαι πιο μπροστά».
Μένει μόνο ένα γυμνό: «Δεν ξέρω.»
Και αυτό το «δεν ξέρω» δεν είναι αδυναμία.
Είναι η πρώτη αληθινή επαφή με την ύπαρξη.
Γιατί μέχρι τότε, όλα ήταν ερμηνεία.
Τώρα αρχίζει η εμπειρία.


Όταν αρχίζεις να αφαιρείς αντί να προσθέτεις, κάτι αλλάζει ριζικά.
Δεν ψάχνεις άλλο απαντήσεις.
Ψάχνεις καθαρότητα.
Δεν σε νοιάζει πια τι είναι το σύμπαν.
Σε νοιάζει αν είσαι παρών μέσα του.
Δεν σε νοιάζει αν υπάρχει συνέχεια μετά τον θάνατο.


Σε νοιάζει αν είσαι ζωντανός πριν από αυτόν.
Και τότε βλέπεις τον κόσμο αλλιώς.
Βλέπεις ότι οι άνθρωποι δεν είναι κακοί.
Είναι χαμένοι μέσα στην ανάγκη να είναι «κάτι».


Να έχουν ρόλο.
Να έχουν αξία με μέτρηση.
Να είναι χρήσιμοι στο σύστημα.
Και το σύστημα δεν είναι ένα τέρας έξω από αυτούς.
Είναι το άθροισμα των φόβων τους.
Όποιος σταματά να παίζει,
μοιάζει απειλή.


Όχι γιατί επιτίθεται.
Αλλά γιατί δεν συμμετέχει.
Η παρουσία δεν πολεμά.
Διαλύει σιωπηλά.
Γιατί δεν τρέφει το ψέμα.
Και εδώ έρχεται το πιο δύσκολο κομμάτι: Η παρουσία απομονώνει.
Όχι από επιλογή.
Από ασυμβατότητα.


Όταν δεν χρειάζεσαι ρόλο,
ο κόσμος δεν ξέρει πού να σε τοποθετήσει.
Όταν δεν πουλάς εικόνα,
δεν χωράς στην αγορά.
Όταν δεν διεκδικείς ανωτερότητα,
δεν σε καταλαβαίνουν.
Και αυτό πονάει.


Όχι γιατί είσαι μόνος.
Αλλά γιατί βλέπεις πόσο μόνοι είναι όλοι οι άλλοι.
Εκεί σπάει ο τελευταίος μύθος: Ότι η πνευματική αφύπνιση είναι γλυκιά.


Δεν είναι.
Είναι ωμή.
Στεγνή.
Απογυμνωτική.
Σου παίρνει όλα τα ψέματα που σε κρατούσαν όρθιο.
Και μετά σε αφήνει να σταθείς χωρίς αυτά.
Όχι σαν ανώτερος άνθρωπος.
Αλλά σαν αληθινός.


Χωρίς στόχο να σώσεις τον κόσμο.
Χωρίς αποστολή.
Χωρίς ταμπέλα.
Απλώς παρών.


Και αυτό είναι επαναστατικό σε έναν κόσμο που ζει μόνο μέσα από ρόλους.
Γιατί όποιος είναι παρών,
δεν χειραγωγείται εύκολα.
Δεν πουλιέται.


Δεν φοβάται την απουσία νοήματος.
Ζει χωρίς αφήγημα.
Και αυτό το σύστημα δεν το αντέχει.
Όχι γιατί το πολεμάς.
Αλλά γιατί δεν το χρειάζεσαι.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Separation from Being



 Time passes.

Whether slowly or quickly.

It depends on how you experience it.

But how do you experience something that does not truly exist?

A human construct, like so many others.


You experience it through illusions, through delusions,

just like everything else that has been constructed

and has passed into the collective memory of humanity.

And they are many, so many,

the things humans have created

to cover the void of existence,

the absence of meaning.


The irony from the very beginning is that human life on planet Earth

is as if someone placed you here

without a single instruction for anything.

Neither for what you would encounter,

nor even for yourself.


And so, you discovered everything on your own.

You discovered the basics:

hunger, cold, heat, day, night,

illness, decay, death.

You learned, you suffered, you fell and you rose again.

Again and again.


Once, you lived simply,

honoring the gift of existence.

You lived as presence,

knowing what it means simply to be.

You had awareness of the whole, of creation,

and of your place within it.


But you did not stop there.

You began to search for meaning outside yourself.

You wanted to name everything,

to put labels on all things.

To draw boundaries, to own, to belong somewhere.


You stopped looking inward.

You placed all the weight on external factors.

And there, the countdown began

toward your separation from your being,

from the meaning of creation,

from simply existing as presence.


You turned the air leaving your lungs

into words and numbers.

Your vision into thoughts and conclusions.

And many unnecessary and foolish things surfaced from within you:

suspicion, cunning, lies.

Thirst for power, domination, exploitation.


You gave value where it did not belong.

You gave human existence a meaning

outside itself, outside creation.


You measured everything,

named everything,

labeled everything

that was not enough for you

to simply coexist with.


You separated yourself from the whole,

with the illusion that you are something apart from it.


And the result of this shift

is what we live today,

daily, in its full extent.


With the cost and consequences

of separation from the whole,

from the meaning of simply being.


Now you exist by paying rent.

You no longer have the right to exist

without giving account,

without paying in order to be.


Otherwise, you do not live.

You do not exist.

You merely survive.


With anxiety over an artificially constructed time.

With fears and insecurities over a fake,

artificial, colorful piece of paper

upon which your survival depends.


You set aside the joy of existence, of life,

and adopted everything that deprives you of it.

Everything that gives you the illusion

that you are worthy only if you work,

only if you consume.


You believed the truth of the masses,

the truth of appearances,

of having instead of being.


You were promoted by your own kind

into emptiness.


You lost contact with your soul.

With your being.

With the whole.


You learned to be careful in order to have.

At the cost of indifference

toward the weak,

toward people with problems,

with difficulties in survival.


You put on mask after mask

to protect yourself from exposure to others.

To your mirrors, in essence.


You defend with fervor and fanaticism

everything that was loaded onto you

and made you believe it is truth.

A truth disguised and filled

with exploitation, fear, and insecurity.


Everything that insults and diminishes

human existence,

the right simply to be,

was normalized.


You overlook everything

that pulls you away from what you are,

everything that unsettles you,

that calls you to awaken

to your true nature.


You buried humanity

and replaced it with one concern:

to feed the system at all costs.


You made the irrational logical.

The natural unnatural.

Evil, good.


You destroyed, distorted, leveled

almost everything

on this planet.


So what are you, in the end?

Human?

Zombie?

Excess?

The center of all things?

What?


Nothing and everything.

All and nothing.

Worthy and unworthy.

A supposedly civilized, empty vessel.


Truth, no matter how harsh or raw it is spoken,

will always hurt,

will always unsettle,

will always shatter illusions and delusions.


Many will see.

Few will feel.


But if you see,

you cannot unsee.

There is no return

to safety.


You will no longer fit back in.

Αποχωρισμός του είναι.





 Ο χρόνος περνά.

Ειτε αργά είτε γρήγορα.

Εξαρτάται πώς τον βιώνεις. 

Όμως πως βιώνεις κάτι που δεν υφίσταται; 


Ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα ανάμεσα σε όλα τα άλλα; 

Τον βιώνεις με ψευδαίσθησεις, με αυταπάτες, οπως και ότι άλλο έχει κατασκευαστεί και έχει περάσει στην συλλογική μνήμη των ανθρώπων. 


Και είναι πολλά,πάρα πολλά, όσα έχει κατασκευάσει ο άνθρωπος για να καλύψει το κενό της ύπαρξης, ενός νοήματος. 


Το ειρωνικό εξ αρχής του πράγματος είναι ότι η ζωή ενός ανθρώπου επάνω στον πλανήτη γη, μοιάζει σαν τον τοποθέτησε κάποιος εδω, χωρίς καμία απολύτως οδηγία για τίποτα.


Ουτε για το τι θα βρει μπροστά του, ούτε ακόμη και για τον ίδιο. 

Και κατά συνέπεια,τα ανακάλυψε μόνος. 

Ανακάλυψε τα βασικά, πείνα, κρύο, ζεστη, μέρα, νύχτα, αρρώστιες, φθορά, θανατο. 


Έμαθε, έπαθε, έπεσε και ξανάσηκώθηκε. 

Ξανα και ξανά. 



Καποτε ζούσε απλα, τιμοντας το δώρο της ύπαρξης. 

Βιωνε σαν παρουσία τι σημαίνει απλά να υπάρχεις. 

Ειχε επίγνωση του όλου, της δημιουργίας και την θέση του σε αυτή.


Δεν αρκέστηκε όμως σε αυτό, και άρχισε να ψάχνει νόημα, έξω από αυτόν.

Ηθελε να ονομάσει τα πάντα, να βάλει ταμπέλες στο κάθε τι.

Να βάλει όρια, να κατέχει, να ανήκει κάπου. 


Σταμάτησε να κοίτα μέσα του. 

Έριξε όλο το βάρος στους εξωτερικούς παράγοντες. 

Και κάπου εκεί, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση προς την απομάκρυνση του από το είναι του, το νόημα της δημιουργίας, του να υπάρχεις απλά σαν παρουσία. 


Μετέτρεψε τον αέρα που βγαίνει από τα πνευμονία του σε λέξεις, αριθμούς. 

Την οπτική του σε σκέψεις, διαπιστώσεις. 


Ηρθαν προς το φως πολλά περιττά και ανόητα πράγματα από μέσα του. 

Όπως η καχυποψία, η πονηριά, το ψέμα. 

Η δίψα για εξουσία, κυριαρχία, εκμετάλλευση. 


Εδωσε αξία εκει που δεν έπρεπε. 

Εδωσε στην ανθρώπινη υπόσταση ένα νόημα έξω από αυτόν, έξω από την δημιουργία. 


Μέτρησε τα πάντα, έδωσε ονόματα, έβαλε ταμπέλες σε όλα όσα δεν του αρκούσαν απλά να συνυπάρχουν με αυτόν. 

Διαχωριστηκε με το όλον εχοντας την ψευδαίσθηση ότι είναι κάτι έξω από αυτόν. 


Το αποτέλεσμα όλης αυτής της αλλαγής, 

το βιώνουμε σήμερα καθημερινά σε όλο του το εύρος. 

Με το τίμημα και τις συνέπειες του διαχωρισμού από το όλον, το νόημα του να υπάρχεις. 


Και πλέον υπάρχεις πληρώνοντας ενοίκιο. 

Δεν έχεις πλέον το δικαίωμα της ύπαρξης χωρίς να δίνεις λογαριασμό, χωρίς να πληρώνεις για να υπάρχεις.


Αλλιως δεν ζεις. 

Δεν υπάρχεις. 


Επιβιώνεις. 


Έχοντας άγχος, για έναν τεχνητα κατασκεύασμενο χρόνο, 

έχοντας φόβους, ανασφάλειες για ένα ψεύτικο τεχνητό πολύχρωμο χαρτάκι που από αυτο εξαρτάται η επιβίωση σου. 


Άφησες στην άκρη την χαρά της ύπαρξης, της ζωής, και υιοθέτησες όλα αυτά που σου την στερούν. 

Που σου δίνουν την ψευδαισθηση ότι αξίζεις μόνο αν εργάζεσαι, αν καταναλώνεις. 


Πίστεψες την αλήθεια της μάζας, την αλήθεια του φαίνεσθαι, του να έχεις από το να είσαι. 


Προοδωθηκες από το ίδιο σου το είδος. 

Έχασες την επαφή με την ψυχή σου. 

Με το είναι σου, με το όλον. 


Έμαθες να προσέχεις για να έχεις. 

Με τίμημα την αδιαφορία προς τους αδύναμους, τους ανθρώπους με προβλήματα, με δυσκολίες στην επιβίωση. 


Φόρεσες μια μια μάσκα για να προστατέψεις την έκθεση προς τους άλλους. 

Προς τους καθρέφτες σου στην ουσία. 


Προστατεύεις και υπερασπιζεσαι με σθένος και φανατισμό όλα όσα σου φόρτωσαν και σε έκαναν να νομίζεις ότι είναι η αλήθεια, μια αλήθεια μεταμφιεσμενη και γεμάτη εκμετάλλευση, φόβο, ανασφάλεια. 


Περασε ως φυσιολογικό κάθε τι που προσβάλει και μειώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, το δικαίωμα του να υπάρχεις. 

Προσπερνάς τα πάντα, όλα όσα σε βγάζουν έξω από αυτό που είσαι, όλα όσα σε ξεβολευουν, και σε κάνουν να ξύπνα μέσα σου ή αληθινή σου υπόσταση. 


Εθαψες την ανθρωπιά, και την αντικαταστησες με ένα μέλημα, να θρέφεις το σύστημα πάση θυσία. 


Εκανες το παράλογο λογικό, 

το φυσικό αφύσικο. 

Το κακό, καλό. 


Κατέστρεψες, διεστρεβλωσες, ισοπέδωσες σχεδόν τα πάντα επάνω σε αυτόν τον πλανήτη. 


Τι είσαι τελικά; 


Άνθρωπος; 

Ζομπι;

Περιτος;

Το κέντρο όλων; 

Τι; 


Τίποτα και τα πάντα. 

Όλα και τίποτα. 

Άξιος και ανάξιος. 


Ένα δήθεν πολιτισμένο άδειο δοχείο. 


Η αλήθεια όσο σκληρή και ωμή να ειπωθεί, πάντα θα πονάει, θα ξεβολευει, θα καταρρίπτει ψευδαίσθησεις Και αυταπατες. 


Πολλοί θα δουν, λίγοι θα νιώσουν. 

Αλλα αν δεις, δεν μπορείς πια να ξε-δεις.

Δεν υπάρχει γυρισμός. 

Πίσω στην ασφάλεια. 

Δεν θα κουμπώνεις πλεον. 


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Presence...


 To simply be presence is perhaps something that cannot be understood so easily. It is not something that can be translated merely as a state, but rather as a deeply personal experience—one that is understood only after a series of events and lived experiences, and most of all after the removal of illusions and self-deception.

To simply be presence does not mean not living, not speaking, or not participating in society. It means something far deeper, truer, and essential. In short, it is everything that represents a soul that has chosen to step forward and limit the ego.

There are no rules. There is nothing you need to do, learn, or remember. Truth has no need for any of these. The only need of the soul is to express itself truthfully, without restriction—to remember, to let go of what is unnecessary, and of all that pushed it aside.

Thoughts do not help you find what you desire or become what you seek: presence. You do not find something that was always there. It emerges. There is no specific path to follow. No advice, no guidance—from anyone, nothing outside of yourself.

One single sentence contains everything: look within. Listen. Attune yourself to your being, to your soul.

Everything built upon human perception—beliefs, insecurities, fears—is surface-level. It is something constructed externally by the human mind. Searching for meaning, purpose, and essence in anything outside of yourself, in anything artificial, is a vicious cycle.

Doubt is a beginning—a beginning that creates a small space for the soul to step forward. But not all of us share the same path, the same strength, or the same resilience to shed what weighs us down: what others placed upon us—ideas, beliefs, fears.

It does not matter what you are or how you are, as long as your intention is genuine.

There is no need for there to be only good people or only bad people. What is needed is balance. Because we are all connected and originate from the same source of creation, everything is necessary—both the good and the unpleasant. Someone must play each role, contributing to the evolution of souls.

Beyond this, for a soul to reach the state of simply being presence—always forward, with a limited ego—it forgets everything it once knew, everything it learned, everything it feared, everything that left it sidelined while the ego took control.

It is the acceptance of the true self when it emerges—whoever that may be, however it appears—expressing truthfully the real intention of your essence, of your being, of your soul.

Presence means observing without engaging, without attachment or dependence on anything. Without explaining yourself or apologizing to anyone, for any reason. Living normally without allowing anyone to control your emotions.

This is achieved when the ego is limited.

The air that simply leaves someone’s lungs in the form of words cannot touch or overpower the soul. No one is responsible for anyone else except themselves. Each person’s opinion is their own perspective, not mine—their truth, not mine.

Anyone who wishes to ridicule themselves is free to do so. They have every right. Because a person who has limited the ego will not be affected by harsh words or verbal attacks. This is part of simply being presence—knowing the essence.

The games of the ego have no place in the life of someone who has found and seen the essence. They will remain with the essence. They will not unsee it. There is no other way—it cannot be otherwise, nor could they want it to be.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Παρουσία....


Να είσαι απλά παρουσία, ίσως είναι κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί έτσι απλά. 
Κάτι που δεν μεταφράζεται μόνο ως κατάσταση, αλλά ως καθαρά προσωπικό βίωμα όπου κατανοείται μόνο μετά από μια σειρά γεγονότων, βιωμάτων και πιο πολύ μετά από αφαίρεση ψευδαίσθησεων και αυταπάτης προς εαυτόν.

Το να είσαι απλά παρουσία, δεν σημαίνει να μην ζεις, να μην μιλάς και να μην συμμετέχεις στο κοινωνικό σύνολο. 

Σημαίνει κάτι πολύ βαθύτερο, αληθινο, ουσιώδες. 

Είναι εν ολίγοις ολα αυτά που αντιπροσωπευουν μια ψυχή όπου επέλεξε να βγει μπροστά, να περιορίσει το εγώ. 

Δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να κάνεις, να μάθεις, να θυμάσαι. 

Η αλήθεια δεν έχει ανάγκη τίποτα από αυτά. 
Η μόνη ανάγκη της ψυχής είναι να εκφράζεται αληθινά, να μην περιορίζεται. 

Να θυμηθεί, να ξεφορτωθεί τα περιττά και όλα όσα την παραγκωνισαν. 

Η σκέψεις δεν βοηθάνε να βρεις αυτό που επιθυμείς, να γίνεις αυτό που θέλεις, παρουσία. 

Δεν βρίσκεται κάτι που ήταν πάντα εκεί. 
Αναδύεται. 
Δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο μονοπάτι να ακολουθήσεις. 
Καμιά συμβουλή, καμία προτροπη.
Από κανέναν,τίποτα έξω από εσένα. 

Μία μονάχα πρόταση,εμπεριέχει τα πάντα. 

Κοίτα μέσα σου. 

Άκου, αφουγκρασου το είναι σου, την ψυχή σου. 

Ότι έχει χτιστεί επάνω στην ανθρώπινη αντίληψη, πεποιθήσεις, ανασφάλειες, φοβίες, ειναι η επιφάνεια, είναι κάτι που έχτισε ο άνθρωπος εξωτερικά. 

Ξαχνοντας νόημα, σκοπό, ουσία σε κάθε τι έξω από εσένα, κάθε τι τεχνητό, 
ειναι ένας φαύλος κυκλος. 

Η αμφισβήτηση είναι μια αρχή. 
Μία αρχή όπου κάνει λίγο χώρο στην ψυχή να βγει μπροστά. 

Δεν έχουμε όλοι όμως την ίδια πορεία, την ίδια δύναμη, το σθένος να ξεφορτωθούμε όλα όσα μας βαραίνουν, όσα μας φόρτωσαν άλλοι, ιδέες, πιστεύω, φοβίες. 

Δεν έχει σημασία τι είσαι, πως είσαι, αρκεί να έχεις αληθινή πρόθεση.
Δεν χρειάζεται να υπάρχουν μόνο καλοί άνθρωποι η μόνο κακοί άνθρωποι.
Χρειαζεται ισορροπία. 

Επειδη είμαστε όλοι συνδεδεμένοι και προερχόμενοι από την ίδια πηγή της δημιουργιας, όλα χρειάζονται, και τα καλά, και τα άσχημα. 
Κάποιος πρέπει να παίξει αυτόν τον ρόλο, να συμβάλει στην εξέλιξη των ψυχών. 

Πέρα από αυτό, για να φτάσει μια ψυχή να είναι απλά παρουσία, μπροστά πάντα, και με περιορισμένο εγώ, 
Ξεχνάει όλα όσα ήξερε, όσα έμαθε, όσα φοβόταν, όσα την εφησαν στην άκρη και το εγώ φρόντισε να κάνει κουμάντο. 

Αποδοχή του αληθινού εαυτού, όταν αναδυθεί, οποίος και να είναι, όπως και να γίνει, εκφράζοντας αληθινά την πραγματική πρόθεση της ουσίας σου, του είναι σου, της ψυχής. 

Παρουσία σημαίνει, παρατηρώ χωρίς να εμπλέκομαι, χωρις πρόσκοληση και εξάρτηση σε οτιδήποτε. 
Χωρις να εξηγουμαι, να απολογούμαι, σε κανένα και για κανένα λόγο. 

Ζω κανονικά χωρίς να επιτρέπω σε κανένα να ελέγχει τα συναισθήματα μου.
Αυτο επιτυγχάνεται όταν περιοριστεί το εγώ. 
Ο αέρας που βγαίνει απλά από τα πνευμονία κάποιου με λέξεις, δεν μπορει να αγγίξει, και να καταβάλει την ψυχή.

Δεν ευθύνεται κανένας για καποιον άλλο πέρα από τον εαυτό του.
Η άποψη του καθενός είναι η δική του οπτική, όχι  η δική μου.
Η δική του αλήθεια.
Οχι η δική μου. 

Όποιος θέλει να γελοιοποιεί τον εαυτό του, μπορεί να το κάνει ελεύθερα.
Εχει όλο το δικαίωμα. 

Γιατί σε έναν άνθρωπο που έχει περιορίσει το εγώ, δεν θα τον αγγίξει μια άσχημη κουβέντα, μια επίθεση λεκτική. 
Ειναι μέρος του να είσαι απλά παρουσία. 
Γνωρίζοντας την ουσία. 

Τα παιχνίδια του εγώ δεν έχουν καμία θέση στην ζωή ενός ανθρώπου που έχει βρει και έχει δει την ουσία. 
Θα μείνει στην ουσία. 
Δεν θα ξε-δει. 
Δεν γίνεται διαφορετικά, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και να θέλει.